Ο Κ. Μποτόπουλος σχολιάζει τη δικαστική απόφαση που επέβαλε εκλογικό αποκλεισμό στη Μαρίν Λεπέν

Όψιμα και υποκριτικά ανησύχησαν κάποιοι, κυρίως προερχόμενοι από τους κόλπους της «Αυταρχικής Διεθνούς», για την τύχη της δημοκρατίας, μετά τη δικαστική απόφαση που επέβαλε πενταετή εκλογικό αποκλεισμό στην ηγέτιδα της γαλλικής Ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν. Το ότι η ίδια Λεπέν έκανε λόγο για «άρνηση δημοκρατίας», για «πολιτική απόφαση» και για «φίμωση της (μελλοντικής) βούλησης του λαού». Το ότι οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι Τραμπ, Όρμπαν, Σαλβίνι, Βίλντερς και τα λοιπά δημοκρατικά παλικάρια έσπευσαν να την υποστηρίξουν. Το ότι ορισμένοι βιαστικοί ή προκατειλημμένοι ή αδιάβαστοι (ή και τα τρία) «αναλυτές» ένιωσαν κι αυτοί ότι κάτι σημαντικό διακυβεύεται -όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι κινδυνεύει η δημοκρατία, ή ότι υπήρξε λαθροχειρία, ή απλώς υπέρβαση ρόλου, στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το αντίθετο πιστεύω ότι συνέβη: η απόφαση τιμά και τους δικαστές και τη Γαλλία και τη δημοκρατία.

Η απόφαση, και η απόφανση, είχαν ποινικό περιεχόμενο και χαρακτήρα. Η κυρία Λεπέν, ως Πρόεδρος του κόμματος «Εθνική Ένωση» (“Rassemblement National”), καθώς και 8 ευρωβουλευτές του κόμματος της, 12 άλλα πρόσωπα που δούλεψαν (εικονικά) για τους ευρωβουλευτές και τρία πρόσωπα που δεν διενήργησαν ή όφειλαν να έχουν ενεργήσει ελέγχους στα οικονομικά του συγκεκριμένου κόμματος, κρίθηκε από το δικαστήριο ότι «οργάνωσαν ένα σύστημα παράνομης χρήσης (detournement) δημοσίου χρήματος». Η «οργάνωση» και το «σύστημα» παραπέμπουν σε απολύτως συνειδητές ενέργειες, όπως και η μέθοδος: «μεταβίβαση» πόρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που προορίζονταν αποκλειστικά για χρήση εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και για σκοπούς του, στο κόμμα, για τους δικούς του, σχετικούς με τη λειτουργία του στη Γαλλία, σκοπούς. Όχι ασήμαντους πόρους: σχεδόν 5 εκατομμύρια ευρώ. Όχι μεμονωμένα ή σποραδικά: το σύστημα δούλεψε από το 2004 ως το 2016, και πιθανώς θα συνέχιζε να δουλεύει ακόμη, αν δεν παρενέβαινε η Δικαιοσύνη. Και όχι με άτυπο ή απλό τρόπο: για τη «μεταφορά» των χρημάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο γαλλικό κόμμα καταρτίστηκαν και υπογράφηκαν δεκάδες εικονικές συμβάσεις, με πλήρη γνώση του παράνομου χαρακτήρα τους. Βρίσκοντας τους κατηγορούμενους ενόχους για τις κατηγορίες -και μάλιστα «χωρίς καμία αμφιβολία»-, το δικαστήριο επέβαλε βαριές αλλά προβλεπόμενες στο νόμο ποινές: στην κυρία Λεπέν, την οποία θεώρησε ότι αποτελούσε την «καρδιά του συστήματος», τέσσερα χρόνια φυλάκιση -δυο με αναστολή και δυο με «βραχιολάκι», εκτός φυλακής-, 100.000 ευρώ πρόστιμο και -αυτό είναι που τάραξε τους κοπτόμενους για τη δημοκρατία- άμεση πενταετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.    

Το επιχείρημα που προβλήθηκε από εκείνους που θεώρησαν την απόφαση πολιτικά υποκινούμενη και δημοκρατικά προβληματική εδράζεται στην αντίληψη -που έχουν εκφράσει, με διαφορετικό τρόπο, σε διαφορετικό χρόνο και, κυρίως, υπό διαφορετική συγκυρία, τόσο ο Φρανσουά Μιτεράν όσο και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής- ότι «τους πολιτικούς τους στέλνει σπίτι τους ο λαός, όχι οι δικαστές». Ορθό, ως ενός σημείου: γιατί υπάρχει και η άλλη, δικαιοκρατικά πολύ πιο κρίσιμη όψη, που λέει ότι «οι πολιτικοί δεν είναι υπεράνω του νόμου». Για την τύχη των πολιτικών -αν θα πάνε στο σπίτι τους, στο Κοινοβούλιο ή στο Προεδρικό Μέγαρο- αποφασίζει πράγματι ο λαός, αλλά όταν οι συγκεκριμένοι πολιτικοί δεν έχουν παραβεί το νόμο, πόσο μάλλον όταν δεν έχουν καταδικαστεί, κι ακόμα περισσότερο όταν δεν έχουν καταδικαστεί για αδικήματα που συνάπτονται με την πολιτική τους λειτουργία. Στην περίπτωση που συμβαίνουν αυτά -παράβαση νόμου, καταδίκη, πολιτικό έγκλημα-, οι δικαστές (είτε οι «απλοί δικαστές», όπως στη Γαλλία, είτε «Υπουργοδικεία», όπως στην Ελλάδα) έχουν όχι απλώς δυνατότητα αλλά υποχρέωση να το «πουν» με τον τρόπο τους, δηλαδή με εκτελεστή απόφαση τους, πριν ο λαός αποφανθεί στις κάλπες. Στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, άρα κατάφωρα αντίθετη στο κράτος δικαίου, υπήρξε  η στάση που τηρήθηκε από την αμερικανική Δικαιοσύνη, σωστότερα από το αμερικανικό σύστημα, στην περίπτωση του Προέδρου Τραμπ μεταξύ της πρώτης θητείας και της επανεκλογής του: το ότι του επιτράπηκε να λάβει μέρος στις εκλογές του 2024, παρά την απόπειρα πραξικοπήματος της 6ης Ιανουαρίου 2021, παρά το χρονικό διάστημα 4 περίπου ετών για την ολοκλήρωση της δίωξης και την εφαρμογή των συνεπειών της και παρά το γεγονός ότι η παράνομη και ευθέως αντίθετη στη δημοκρατία συμπεριφορά του δεν άφησε την παραμικρή αμφιβολία, φανερώνει ένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης, και γενικότερα ένα πολίτευμα, σε αποδρομή.   

Δεν συνιστά, επομένως, άρνηση δημοκρατίας, αλλά προστασία της δημοκρατίας να αποκλειστεί από τις εκλογές ένα πρόσωπο που κρίθηκε, βάσει αποδείξεων και μέσω έγκυρης δικαστικής απόφασης, ότι καταχράστηκε δημόσιο χρήμα. Πόσο μάλλον όταν αυτή η συνέπεια -η άμεση μη εκλογιμότητα- προβλέφθηκε ειδικά -στο συγκεκριμένο γαλλικό νόμο, γνωστό ως “loi Cahuzac”, από το όνομα του πρώην Υπουργού που βρέθηκε να έχει εξαπατήσει και καταχραστεί πόρους του γαλλικού δημοσίου- για να αποθαρρύνει παρόμοιες -και, έχει σημασία να επαναληφθεί: άμεσα σχετιζόμενες με την πολιτική δράση και με προσδοκία αποκομιδής πολιτικού κέρδους- συμπεριφορές. Το ότι δεν πρόκειται για «αδικία», αλλά για απόδοση δικαιοσύνης, αποδεικνύεται, εκτός από την ύπαρξη ρητής νομοθετικής πρόβλεψης και την αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, και από τα ακόλουθα δεδομένα. Πρώτον, παρόμοιες συνέπειες έχουν υποστεί και άλλοι -με σημαντικότερα μάλιστα από της κυρίας Λεπέν δημόσια αξιώματα- πολιτικοί στη Γαλλία, όπως οι πρώην (κεντροδεξιοί) Πρωθυπουργοί Alain Juppe και Francois Fillon και κινδυνεύει να υποστεί, όταν, κατόπιν μακράς εορτής, ολοκληρωθεί η σε βάρος του δικαστική διαδικασία, ο πρώην (κεντροδεξιός) Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νικολά Σαρκοζί. Δεύτερον, η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη: η κυρία Λεπέν έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση και να κριθεί σε δεύτερο βαθμό -είναι άλλο ζήτημα αν θα «προλάβει» τις προεδρικές εκλογές του 2027, που την ενδιαφέρουν, και μάλιστα σίγουρα παραπάνω από την τύχη της δημοκρατίας (πάντως ήδη δικαστικοί παράγοντες δήλωσαν ότι θα κάνουν το παν ώστε να εκκαθαριστεί οριστικά η υπόθεση πριν από αυτή την ημερομηνία-σταθμό). Και τρίτον, η κυρία Λεπέν ούτε φιμώνεται, ούτε μένει εκτός Κοινοβουλίου, ή εκτός πολιτικής: ήδη εξαπέλυσε επικοινωνιακό μπαράζ για να αντλήσει, η ίδια ή το κόμμα της, το μέγιστο πολιτικό κέρδος από αυτή την «αδικία», την οποία θα μπορούσε να έχει αποφύγει με πολύ απλό τρόπο: μη κλέβοντας δημόσιο χρήμα.     

Η περίπτωση Λεπέν είναι ριζικά διαφορετική -θα έλεγα: βρίσκεται στους αντίποδες- των περιπτώσεων Ιμάμογλου και Γκεοργκέσκου. Ο μεν Τούρκος δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης υπέστη σε βάρος του δίωξη και δικαστική απόφαση που τον αποκλείει από προσεχείς εκλογές, μέσα, όμως, από μια διαδικασία που αποτελεί καταφανώς παρωδία και όχι απόδοση δικαιοσύνης: στημένοι, και πάντως επιλεγμένοι από το καθεστώς Ερντογάν, δικαστές, θυμήθηκαν ξαφνικά, μετά από καμία τριανταριά χρόνια, ότι ο συμπτωματικά πιο επικίνδυνος πολιτικός αντίπαλος του Ερντογάν είχε λάβει άκυρο πτυχίο από το Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια διέπραξε μια σειρά από μη καθοριζόμενα και μη αποδεικνυόμενα «αδικήματα». Ο δε Ρουμάνος επίδοξος Πρόεδρος πρώτα έλαβε μέρος σε ελεύθερες εκλογές -τον πρώτο γύρο των προεδρικών, που ακυρώθηκε, ακριβώς λόγω των αποκαλύψεων για τη συμμετοχή του- και στη συνέχεια βρέθηκαν, μέσω κρατικών αρχών και φορέων και με συμβολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, αδιάσειστα στοιχεία -ψεύτικοι λογαριασμοί, καμπάνια παραπληροφόρησης ενορχηστρωμένη από το εξωτερικό, παράνομη χρηματοδότηση- που επέβαλαν στο δικαστήριο τον αποκλεισμό. Ο Ιμάμογλου έπεσε θύμα του αυταρχισμού του Ερντογάν. Ο Γκεοργέκσου αποκλείστηκε γιατί, ακόμα και στη Ρουμανία, η ευρωπαϊκή δημοκρατία έχει αναχώματα -κι ας λέει ό,τι θέλει ο Τζέι Ντι Βανς.

Βέβαια, σε υποθέσεις με τόσο έντονο πολιτικό στοιχείο και συνέπειες, η νομική από την καθαρά πολιτική διάσταση δεν είναι εύκολο να διαχωριστούν -και πάντως λειτουργούν μαζί.           Σε πολιτικό επίπεδο, ο αποκλεισμός της Λεπέν μπορεί να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι: αφενός δεν έχει κανένα νόημα να ανταπαντά κανείς με υπέρ της δημοκρατίας επιχειρήματα στην παρέα ή τους θαυμαστές του Τραμπ, αφετέρου είναι πολύ πιθανό η δικαστική απόφαση, όπως έγινε και με τον ίδιο τον Τραμπ, να ευνοήσει εκλογικά τον/την διωκόμενο/η, προσθέτοντας στο «θυμό των μαζών» το φωτοστέφανο του «μάρτυρα της δημοκρατίας» (έστω κι αν ουδόλως, με τη συμπεριφορά και την ιστορία του, ο διωκόμενος/η το δικαιούται).

Σε νομικό, ωστόσο, επίπεδο οφείλουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους: η θεωρία της λεγόμενης «κυβέρνησης των δικαστών» (“gouvernement des juges”), που χρησιμοποιήθηκε για να στηρίξει τα περί «αντιδημοκρατικότητας», δεν έχει την παραμικρή εφαρμογή στην περίπτωση της Λεπέν. Ο όρος έκανε την εμφάνισή του πριν από έναν αιώνα, το 1921, από το Γάλλο δημοσιολόγο Eduard Lambert, ως κριτική αντίδραση στον -υπέρμετρα, από τότε- πολιτικό ρόλο που έπαιζε -και παίζει- το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. «Κυβέρνηση των δικαστών» υπάρχει όταν οι δικαστές παίρνουν πολιτικές αποφάσεις στη θέση των πολιτικών οργάνων -όταν αποφασίζουν στη θέση του νόμου και όχι με βάση του τι λέει ο νόμος. Τέτοια πολιτική απόφαση συνιστά μια διάταξη που παραμερίζεται επειδή δεν «αρέσει» -ιδεολογικά ή από άποψη σκοπιμότητας- στους δικαστές, ή όταν το δικαστήριο αποφασίζει όχι τι ήθελε να πει ο νόμος αλλά τι πρέπει να πει ο νόμος. «Κυβέρνηση δικαστών» είναι η άρνηση δικαιοσύνης, η υπέρβαση της διάκρισης των εξουσιών κι όχι η απόδοση δικαιοσύνης από τους δικαστές κατ’ εφαρμογή του νόμου -τον οποίο ερμηνεύουν, με τρόπο που, φυσικά, υπόκειται σε κριτική και που, ακόμα φυσικότερα, δεν οδηγεί πάντα σε αποτέλεσμα που ικανοποιεί τους πάντες, ή έστω την πλειοψηφία, ή το λεγόμενο «αίσθημα δικαίου».

Το βασικότερο, πάντως, στοιχείο του αισθήματος δικαίου (θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να) είναι η πίστη ότι στο τέλος δεν θα κερδίσει ο αυταρχισμός.  

Κώστας Μποτόπουλος
Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου, πρ. Ευρωβουλευτής και Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς   

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Πολιτική Κρίση στη Γαλλία. Το ειδικό κυβερνητικό προνόμιο του άρθρου 49, εδ. 3, Σ: όπλο στα χέρια της κυβέρνησης ή μοχλός ανατροπής;

Η Ρωξάνη Φράγκου αναλύει την πτώση της κυβέρνησης Barnier, την πρώτη μέσω πρότασης μομφής από το 1962, με τη χρήση του άρθρου 49, εδ. 3 του Συντάγματος

Περισσότερα

Η σκληρή μοίρα της γαλλικής ταυτότητας: Η υπόθεση του Samuel Paty

Ο αποκεφαλισμός του Samuel Paty είναι μια βάναυση και αποτρόπαια επίθεση στον σκληρό πυρήνα των γαλλικών (και δυτικών) αξιών, μια ανελέητη μάχη, σε γραμμική συνέχεια των σφαγών στο Bataclan και το Charlie Hebdo, που αναδεικνύει το γαλλικό έδαφος σε μείζον πεδίο ταυτοτικής και συμβολικής σύγκρουσης, με την πιο πολεμική έννοια του όρου.

Περισσότερα

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43 | Αθήνα | 10672
[+30] 210 36 23 089
info@syntagmawatch.gr

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.